διακλυσμός

δια-κλυσμός, ,
A clyster, Dsc.2.156.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακλυσμός — ο [διακλύζω] καθαρισμός κοιλότητας τού σώματος με κλύσμα …   Dictionary of Greek

  • διακλυσμοῖς — διακλυσμός clyster masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλυστήρας — ο [διακλύζω] το κλύσμα με το οποίο γίνεται ο διακλυσμός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.